🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μηχανοτεχνίτης
μηχανοτεχνίτης
ο
механик, техник-механик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
механик
? —
μηχανοτεχνίτης
как на
(ново)греческом
будет слово
техник-механик
? —
μηχανοτεχνίτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
μηχανοτεχνίτης
? — механик, техник-механик
#
(ново)греческий словарь
—
γερακάρης
—
ευνομούμενος
—
γαλότσα
—
γκρίνια
—
σκληρόσαρκος
—
μαγικά
—
πάννα
—
ιησουιτικός
—
απιστοποίητος
—
αυτοκαλούμαι
—
ανεύρεση
—
διαρχικός
—
μαυροπράσινος
—
υπολαμβάνω
—
μισοάδειος
—
εμβόλιο
—
νοικοκυρεμένος
—
επιθυμητικός
—
αναπτερώνω
—
στερέωμα
—
σκάφη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω