🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δασύπτερος
δασύπτερ|ος
с густым оперением
(о птицах)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
с густым оперением
? —
δασύπτερος
как с
(ново)греческого
переводится слово
δασύπτερος
? — с густым оперением
#
(ново)греческий словарь
—
αμίμητα
—
μέγαρο
—
αντηχητής
—
ιεροτελεστικός
—
ραδιογράφημα
—
υπέργηρος
—
λεοκοκυττάρωσις
—
χακί
—
βρόγχίον
—
αποστροφή
—
τεκμηριώνομαι
—
δικτυοπλόκος
—
πολύωρος
—
μύωμα
—
σενάριο
—
σκεπτικο
—
γδύματα
—
διυλισμένος
—
προσονομασία
—
παγοκολώνα
—
ατυχία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω