🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επιπλαρισμένος
επιπλαρισμέν|ος
меблированный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
меблированный
? —
επιπλαρισμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
επιπλαρισμένος
? — меблированный
#
(ново)греческий словарь
—
διάγγελος
—
λάλος
—
αδρανώ
—
αχεροκάλυβο
—
δωδεκάωρος
—
γαλακτόζη
—
σιτοβολώνας
—
συντόμως
—
τρόχαλο
—
τούρλα
—
αμυαλοσύνη
—
αλητάκι
—
διδυμοτοκία
—
ἀποοσκοέω
—
λογαριάζομαι
—
κελαρύζω
—
φυλακάτορας
—
ακοσκίνητος
—
ψωμίζομαι
—
εκτραχηλισμός
—
υποδειγματικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω