🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θεριστικότητα
θεριστικότητα
(-ητος) η воен.
настильность
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
настильность
? —
θεριστικότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
θεριστικότητα
? — настильность
#
(ново)греческий словарь
—
ερυθροπύρωση
—
παραψήνω
—
αγγειογραφία
—
καταμαρτύρηση
—
οινοπνευματούχος
—
γκάβρα
—
βόϊδι
—
αναγορεύομαι διδάκτωρ
—
προφέσορας
—
ορίζοντας
—
αναθυμίαμα
—
σκύπτω
—
εντερικά
—
ροόμετρο
—
ακολόβωτος
—
παρεξηγώ
—
περισπώμαι
—
θήρευμα
—
αμελώ
—
βραδύπορος
—
δασοφούντωτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω