🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τρόμπα
τρόμπα
η
насос
;
===
τό ρίχνει μέ τήν ~ — [phrase]льёт как из ведра[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
насос
? —
τρόμπα
как с
(ново)греческого
переводится слово
τρόμπα
? — насос
#
(ново)греческий словарь
—
βρονταλίδα
—
αρθριτισμός
—
αφεντάτο
—
επιτρέχω
—
μελιγόνι
—
ντοσιέ
—
αγελαδοστάσιο
—
φιλόνομος
—
σκαλιστής
—
υδατοποσία
—
τρίγλη
—
φανφαρόνικος
—
διαπεταννύω
—
απάστρευτος
—
ιδεολόγος
—
αμπελόεις
—
ξαπολνιέμαι
—
όμορφα
—
κυριεύω
—
ατροποποίητος
—
ετερογενής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω