🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ασβεστοχρίω
ασβεστοχρίω
1)
белить
;
2)
штукатурить
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
белить
? —
ασβεστοχρίω
как на
(ново)греческом
будет слово
штукатурить
? —
ασβεστοχρίω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ασβεστοχρίω
? — белить, штукатурить
#
(ново)греческий словарь
—
αφθονία
—
ψευδευλογία
—
ξεπεσμός
—
επήγα
—
ξαναγκάζομαι
—
καθηκοντολόγιο
—
διαθλώ
—
εισέλκω
—
εμψυχωμένος
—
Φανερωμένη
—
ανεπιστημονικά
—
επιγραφική
—
επιστολή
—
ταξιδιάρης
—
αχρεωκόπητος
—
λητάρι
—
κρυψίβουλος
—
τοπαρχία
—
υποκόπανος
—
ανθρακεμπόριον
—
ετυμολογικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω