🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αερισμός
αερισμός
ο
проветривание; вентиляция
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
проветривание
? —
αερισμός
как на
(ново)греческом
будет слово
вентиляция
? —
αερισμός
как с
(ново)греческого
переводится слово
αερισμός
? — проветривание, вентиляция
#
(ново)греческий словарь
—
νεοεπιστρατευμένος
—
βουρτσάρω
—
ατμόλουτρο
—
αξήλωτος
—
αρμογή
—
εξανάσταση
—
χλαίνα
—
ανατρίβω
—
μικροσεισμοί
—
εξωβλάστη
—
αλουργίς
—
οπερεττικός
—
ιατρία
—
μπαγαπόντης
—
φυλλοβόλημα
—
μεταξύλημα
—
προγονολατρεία
—
αλευροποιείον
—
κομματίζομαι
—
τιττύβισμα
—
εξωμερίτικος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω