🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μαυρειδερός
μαυρειδερός
1)
черноватый
;
2)
смуглый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
черноватый
? —
μαυρειδερός
как на
(ново)греческом
будет слово
смуглый
? —
μαυρειδερός
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαυρειδερός
? — черноватый, смуглый
#
(ново)греческий словарь
—
κουκκιά
—
γαϊδουροπείνα
—
κατσικοχώρι
—
δέντρωνομαι
—
περιπολώ
—
πεντοζάλης
—
κυτταρογόνος
—
ατσαλαπάτητος
—
μουστάκι
—
ψευδός
—
συγκοινωνιολόγος
—
ανθρωποσφαγή
—
τυμπανιστής
—
ανάστα
—
ηλιόχρυσος
—
σαλπιχτής
—
κατσικίσιος
—
αντηχείο
—
βαλσαμωτής
—
αγελαδοβοσκός
—
αθρακιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω