🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οινοποιός
οινοποιός
ο
винодел; винокур
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
винодел
? —
οινοποιός
как на
(ново)греческом
будет слово
винокур
? —
οινοποιός
как с
(ново)греческого
переводится слово
οινοποιός
? — винодел, винокур
#
(ново)греческий словарь
—
θλιμμένα
—
άλοχος
—
διασταλάζω
—
γομαλάκκα
—
αρρίνιστος
—
μουφλούζης
—
αντίρρησις
—
συμπίλημα
—
τσαχπινιάρης
—
κατάμαυρος
—
δημεγερσία
—
βερμπαλίστρια
—
θωρακοφόρος
—
ρολό
—
αποπλανητής
—
στάσιμος
—
τουμπανιασμένος
—
τσιγαροθήκη
—
κλίμακα
—
δάμαση
—
πικραμυγδαλιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω