🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλληλόφιλος
αλληλόφιλ|ος
стадный; косячный
;
~οι ιχθύες — стадные рыбы
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стадный
? —
αλληλόφιλος
как на
(ново)греческом
будет слово
косячный
? —
αλληλόφιλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλληλόφιλος
? — стадный, косячный
#
(ново)греческий словарь
—
μικρολόγος
—
νιχιλιστικός
—
ιστιοδρομικός
—
χολωμένος
—
γαβαθιάρισσα
—
άντερο
—
ξεσκονιστήρι
—
ιατρικό
—
ρήσος
—
προθέρμανση
—
σπουδαιότητα
—
αετωματικός
—
αλευθέρωτος
—
στραμπουλίζω
—
χεροπιαστός
—
οριζόντια
—
χορτάτος
—
ιστοθέτις
—
ξερογλείφομαι
—
αδελφικοασπάζομαι
—
επίχωσις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω