🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σεμινάριο
σεμινάριο
το 1)
семинар
;
2)
семинария
(духовная)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
семинар
? —
σεμινάριο
как на
(ново)греческом
будет слово
семинария
? —
σεμινάριο
как с
(ново)греческого
переводится слово
σεμινάριο
? — семинар, семинария
#
(ново)греческий словарь
—
αξιολάτρευτος
—
πουκαμισάδικο
—
βερίκοκκο
—
ανταρτόπληκτος
—
διακλαδούμαι
—
φιντανάκι
—
λιθανθρακωρύχος
—
κίνδυνος
—
συγνώμη
—
αλεηλάτητος
—
ναυτολογικός
—
ξηρόφιλος
—
πολυτονικό
—
αετονύχι
—
γενναιοδωρία
—
πονεμένος
—
ελαττωματικότητα
—
πετσοκόμματο
—
χαϊδεμένος
—
φθειρικός
—
μουσκεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω