🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οπισθενεργητικός
οπισθενεργητικός
имеющий обратную силу
(о законе)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
имеющий обратную силу
? —
οπισθενεργητικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
οπισθενεργητικός
? — имеющий обратную силу
#
(ново)греческий словарь
—
μωρολογώ
—
εύτεκνος
—
ακαπέλλωτος
—
άργυρος
—
ιχνηλάτηση
—
βεζικατόριο
—
αμάρευμα
—
μήνα
—
στεφανηφόρος
—
θρησκευόμενος
—
χασικλήδικο
—
μουκαβάς
—
υδρομιγής
—
προκαταβάλλω
—
αντικατοπτρικός
—
αποτιμώ
—
δόρυ
—
πλιθάρι
—
μπραζέρης
—
συγγενικός
—
τροκκιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω