🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σατιρικός
σατιρικός
1.
сатирический
;
2. (о)
поэт-сатирик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сатирический
? —
σατιρικός
как на
(ново)греческом
будет слово
поэт-сатирик
? —
σατιρικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
σατιρικός
? — сатирический, поэт-сатирик
#
(ново)греческий словарь
—
ατσαλαπάτητος
—
καμώνομαι
—
ανέμελος
—
ψέμα
—
βαρβαρότητα
—
Θεομήτωρ
—
χηνοτροφία
—
αφθονώ
—
ρόζ
—
δρύϊνος
—
κατασκοτώνω
—
ανάπαμα
—
εγχειριστής
—
χάραξη
—
επίλεχτος
—
εφοδιοπομπή
—
λιποταξία
—
γλεντάω
—
βιλίτσα
—
διαμιλλώμαι
—
εφετικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω