🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πιές
πιές
(προστ. от πίνω)
пей
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пей
? —
πιές
как с
(ново)греческого
переводится слово
πιές
? — пей
#
(ново)греческий словарь
—
διεθνοποίηση
—
κουμαρτζής
—
καταχειρίζω
—
υποδερμικός
—
μικρομέγαλος
—
αιματένιος
—
αναβλητικότητα
—
αντιμιλιά
—
βυζαίνομαι
—
χρυσόλαμπος
—
αναξέρασμα
—
παιδοδοντίατρος
—
αντωθώ
—
τεμπελιά
—
κεφαλικός
—
δίυβος
—
υδάτωση
—
μισοάγριος
—
τελάλης
—
μπανιέρα
—
καινοθήρας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω