🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
προσδιοριστικός
προσδιοριστικός
определяющий, устанавливающий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
определяющий
? —
προσδιοριστικός
как на
(ново)греческом
будет слово
устанавливающий
? —
προσδιοριστικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
προσδιοριστικός
? — определяющий, устанавливающий
#
(ново)греческий словарь
—
πειραματισμός
—
διαλοή
—
ρακέττα
—
αδιακωμώδητος
—
εξάρα
—
χαλκευτής
—
αγγελομάτης
—
κολλεκτίβα
—
κότσιαλο
—
Παναγία
—
συνδέτης
—
σολόδερμα
—
αυταπατώμαι
—
ζηλοτυπώ
—
μεσοφωνηεντικός
—
προεσκεμμένος
—
σιγαρέττο
—
νευρώδης
—
μεθερμηνεύω
—
αριθμογραφικός
—
οδός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω