🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αρχαιοσυλλέκτης
αρχαιοσυλλέκτης
ο
собиратель древностей
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
собиратель древностей
? —
αρχαιοσυλλέκτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
αρχαιοσυλλέκτης
? — собиратель древностей
#
(ново)греческий словарь
—
σκληραίνω
—
χόρταση
—
ηγαλλίασα
—
απορροφητικότητα
—
κεί
—
φαλάκρωση
—
δικηγορώ
—
κόμησσα
—
απομυξίζομαι
—
Κρυπτεία
—
φωναγωγός
—
παστεριωμένος
—
κωλοβελόνηδες
—
αναδιοργανωμένος
—
εμπλουτίζω
—
εδεσματολόγιον
—
εντυπωτισμός
—
αλόμετρον
—
Παν
—
πηροδάκτυλος
—
αποτρίβω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω