🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συγκρατημένος
συγκρατημέν|ος
сдержанный
;
~ο ύφος — сдержанность
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сдержанный
? —
συγκρατημένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
συγκρατημένος
? — сдержанный
#
(ново)греческий словарь
—
υπερθέρμανση
—
βούζια
—
κινούμενος
—
ψεύδος
—
παραταγίζω
—
εχθροπάθεια
—
ατέλεστος
—
τελίτσες
—
εγγλεζοπούλα
—
πόα
—
παγαίνω
—
μικροτεχνική
—
εξογκωμένος
—
μπουλούκα
—
προωστήρας
—
κεφαλαλγία
—
ανασώζω
—
λυκόστομα
—
αντικαταβάλλω
—
ολιγόλογος
—
καλαμώνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω