🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονοτυπικός
μονοτυπικός
монотипный
;
~ή μηχανή — монотип
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
монотипный
? —
μονοτυπικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονοτυπικός
? — монотипный
#
(ново)греческий словарь
—
ψυχρολουσία
—
πυξάρι
—
κοταμεσήμερο
—
υποσκαφή
—
φιβρίνη
—
δουλευτάδικος
—
γεωχημικός
—
φορτσαρισμένος
—
σπεδίζω
—
κοντράτο
—
αναθεώρηση
—
αποκάτω
—
συλλέγω
—
υπογονάτιον
—
θαυματουργώ
—
βουδιά
—
μοσκομολόχα
—
υδρομεταλλουργία
—
συμπεριφοριστής
—
εγκαινίασμα
—
θλίψη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω