🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γραμμοσύρτης
γραμμοσύρτης
ο
рейсфедер
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
рейсфедер
? —
γραμμοσύρτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
γραμμοσύρτης
? — рейсфедер
#
(ново)греческий словарь
—
διάδρομος
—
λογιστής
—
γλωσσίδα
—
ορνιθολογία
—
πλάνισμα
—
γροθάρι
—
αποστέλνω
—
αγρόπολη
—
ναυαρχίδα
—
πάμφτωχος
—
τραυματίζομαι
—
χρησμωδός
—
εντεροκήλη
—
τιμωρούμαι
—
πνευστίαση
—
αντίρρησις
—
αρχικάλπης
—
υπογραμμή
—
φωτοκοίω
—
διεστραμμένος
—
ορθογράφος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω