🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λιθοδομώ
λιθοδομώ
строить из камня
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
строить из камня
? —
λιθοδομώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
λιθοδομώ
? — строить из камня
#
(ново)греческий словарь
—
καβάκι
—
πνευμονολογία
—
απερίφραστος
—
αβολίδωτος
—
δοκιμή
—
συμποσούμαι
—
ζυμώ
—
μαστορικά
—
κουβέρτα
—
παρτιτούρα
—
εκχιονίζω
—
νεφρίτης
—
σέλα
—
λεγιωνάριος
—
ταραχοποιός
—
λειτουργία
—
ακρο-
—
κλεφτότοπος
—
καθεαυτό
—
εκδιδόμενος
—
γεφυριάτικα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω