🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διακόλλημα
διακόλλημα
το
клей
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
клей
? —
διακόλλημα
как с
(ново)греческого
переводится слово
διακόλλημα
? — клей
#
(ново)греческий словарь
—
λεπιδόπτερα
—
ανάλογο
—
προσήλωση
—
φιαλωτός
—
κολατσιό
—
νομίατρος
—
ομπροστά
—
αναδένω
—
πιδεξιωσύνη
—
αρχαιογνώστης
—
μηρός
—
κοψίδι
—
εγκεχυμένος
—
δαφνοστέφανο
—
αλλοιόσχημος
—
στεατοκήριο
—
συνοφρυούμαι
—
γυμνητεία
—
βρασιά
—
τράπεζα
—
όνομα χώρου
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω