🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αμόλεφτος
αμόλεφτ|ος
1)
незаражённый
;
2)
нетронутый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
незаражённый
? —
αμόλεφτος
как на
(ново)греческом
будет слово
нетронутый
? —
αμόλεφτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμόλεφτος
? — незаражённый, нетронутый
#
(ново)греческий словарь
—
επισανίδωμα
—
βιβλιοκλόπος
—
αποποιούμαι
—
καζαμίας
—
απροσχεδίαστος
—
αχείλος
—
φρενοπάθεια
—
σαλβάρι
—
ψιλολογάω
—
τσελικώνω
—
ανατρέφομαι
—
καλησπέρισμα
—
έφεδρος
—
αναθύμηση
—
ίσωμα
—
ερωτολογώ
—
ακόμπιαστος
—
αυτάρκης
—
ξεδιψω
—
αναμνηστικό
—
πνευματοκτός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω