🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αμάτιαχτος
αμάτιαχτ|ος
не подвергшийся сглазу; не подверженный сглазу
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
не подвергшийся сглазу
? —
αμάτιαχτος
как на
(ново)греческом
будет слово
не подверженный сглазу
? —
αμάτιαχτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμάτιαχτος
? — не подвергшийся сглазу, не подверженный сглазу
#
(ново)греческий словарь
—
γριπάρης
—
περιγελώ
—
πλούτισμα
—
φραγκοράφτης
—
τυλιγμένος
—
παγγερμανισμός
—
παραγίνομαι
—
ταχύ
—
ράγα
—
γλυκοπικρογίνομαι
—
λογιστικός
—
είδωλο
—
αρνητικός
—
ομολογουμένως
—
κολλάρισμα
—
ανέγνοιαστος
—
μεταλλοξείδιο
—
ανορθώνω
—
έμμηνα
—
καταδίνω
—
βροβεύσιμος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω