🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σιαλώ
σιαλώ
слюнявить
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
слюнявить
? —
σιαλώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
σιαλώ
? — слюнявить
#
(ново)греческий словарь
—
μουσουλμανισμός
—
γείσος
—
βοτανολογω
—
ανεξίθρησκος
—
ελαχον
—
πληθώρα
—
αντιπροεδρεία
—
κόφτης
—
μισοανοικτός
—
θεραπευτική
—
πεπόνι
—
ισχυρογνωμοσύνη
—
αμμόδρομος
—
εξολοθρευτικός
—
αντρομίδα
—
πεντηκοντάς
—
μικρόσχημος
—
αντιπαιδαγωγικός
—
ομιλητικότητα
—
υποχονδρία
—
εφόρμηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω