🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βασισμένος
βασισμένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
βασισμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πακετάρισμα
—
παννένιος
—
μετατοπίζω
—
μπακαλόχαρτο
—
αναλλοίωτο
—
χάρτινος
—
μανούβρα
—
συνετός
—
νομοθέτηση
—
αγιογδύτης
—
θεοτούμπης
—
σαφηνισμός
—
ποραπολύς
—
μηνόρροια
—
ακριβούτσικος
—
μουσταλευριά
—
άλικος
—
καψούρης
—
άγρια
—
εξολίσθημα
—
αυτοθετικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω