🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οίαξ
οίαξ
ο прям., перен.
руль
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
руль
? —
οίαξ
как с
(ново)греческого
переводится слово
οίαξ
? — руль
#
(ново)греческий словарь
—
ζουλώ
—
φρυγμός
—
ομοφωνώ
—
έδρανο
—
αισιοδοξώ
—
ατμοστρόβιλος
—
διαγογγυσμός
—
αποδίνω
—
οδοντογιατρός
—
πλεονέχτης
—
επικελευστής
—
πυριτόλιθος
—
καλλιγράφος
—
μεγαλειώδης
—
τεχνουργώ
—
κάτωθεν
—
αμπελοκλαδευτής
—
πυρακτώνω
—
αναστένω
—
γαλόχορτο
—
πελαγήσιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω