🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μειονότητα
μειονότητα
η
меньшинство
;
μικρή ~ — незначительное меньшинство
;
εθνική ~ — национальное меньшинство
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
меньшинство
? —
μειονότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
μειονότητα
? — меньшинство
#
(ново)греческий словарь
—
αξελάφρωτος
—
αμμοδίαιτος
—
απαισιοδοξία
—
νεφροπάθεια
—
βλαχόσκαλτσα
—
κλωσσάω
—
λευχαιμικός
—
ασπράδα
—
βουλκανισμένος
—
ανασκευή
—
αποκοιμίζω
—
συμβούλιο
—
κάδος
—
ιππέμπορος
—
διώχνω
—
αυτοανακηρύσσομαι
—
ξανάστροφη
—
θερμαστής
—
μισοσβήνω
—
κρητικιός
—
νούντσιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω