🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
νεάργυρος
νεάργυρ|ος
ο
мельхиор
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мельхиор
? —
νεάργυρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
νεάργυρος
? — мельхиор
#
(ново)греческий словарь
—
χρυσαυγώ
—
ξεπεσμένος
—
βυκάνη
—
καυλιτσέκι
—
νταλγκάς
—
προεξοφλώ
—
σχοινοβασία
—
κασιδιάρα
—
χαμαί
—
χρονοτριβώ
—
ολέθριος
—
μειονοψηφία
—
χωροταξικός
—
επενεργώ
—
γκρεμώ
—
τιτλοφορώ
—
κοθρίτης
—
κορμιάζω
—
καρδιοτοκογράφος
—
αξαζόμενος
—
κομουνιστικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω