🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλαβάστρινος
αλαβάστριν|ος
1)
алебастровый
;
2) перен.
мраморный
;
~οι ώμοι — мраморные плечи
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
алебастровый
? —
αλαβάστρινος
как на
(ново)греческом
будет слово
мраморный
? —
αλαβάστρινος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλαβάστρινος
? — алебастровый, мраморный
#
(ново)греческий словарь
—
απροσδοκήτως
—
βρομόγλωσσος
—
ξελάφρωμα
—
ευφημιστής
—
αμφια
—
εγκαθείργω
—
βαρυαλγής
—
κομμούνα
—
εντερονίδα
—
σκορδοφαγία
—
παιανίζω
—
εμβρυογραφία
—
βεζίρισσα
—
δεξιόστροφος
—
παλιωμένος
—
διαφέντεψη
—
νεοσύστατος
—
πλημμύρισμα
—
ξυλοδέτης
—
ανεμόκουνι
—
υδατομέτρηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω