🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φορτίσσιμο
φορτίσσιμο
το 1. муз.
фортиссимо
;
2.
очень сильно
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
фортиссимо
? —
φορτίσσιμο
как на
(ново)греческом
будет слово
очень сильно
? —
φορτίσσιμο
как с
(ново)греческого
переводится слово
φορτίσσιμο
? — фортиссимо, очень сильно
#
(ново)греческий словарь
—
αμεθόδευτος
—
διασόβεργα
—
ποιητικός
—
τουμπάρω
—
λαμέ
—
αναδίπλωση
—
φωτοευαισθητοποίηση
—
ανεξάλειφτος
—
ασβεστόνερο
—
ευπλαστικός
—
σαλπάρω
—
άψαχτος
—
αφιλομαθής
—
απήδηγος
—
γίγας
—
πλευρό
—
συγγενόδι
—
ανεξαρτήτως
—
αναδαμαλίζω
—
βουνός
—
αδιάπτωτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω