🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δωδεκάχρονος
δωδεκάχρονος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
δωδεκάχρονος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ξενομερίτης
—
αχτιδοβολώ
—
αλλόπιστος
—
κτενοποιός
—
μικκύλιο
—
αυτοφωτογράφηση
—
μπακάλικος
—
τροχιά
—
ανεπρόκοβος
—
γραμματεύω
—
ευφραίνομαι
—
βουτυρόμετρο
—
έγκλησις
—
ιχθυοκαλλιέργεια
—
διαλογικός
—
αδάμας
—
Ρώσος
—
σκιόφως
—
πορτοφόλι
—
ασούβλιστα
—
ωρολογοποιός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω