🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
άλεση
άλεση
η
помол
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
помол
? —
άλεση
как с
(ново)греческого
переводится слово
άλεση
? — помол
#
(ново)греческий словарь
—
σαλπίζω
—
αχινός
—
ξεκόφτω
—
εναλλασσόμενος
—
διαμετρικός
—
ακαλανάρχητος
—
ζατσίντο
—
θεάνθρωπος
—
αστεϊσμός
—
αλύτρωτος
—
μπόρ
—
βουβάσου
—
τύμβος
—
ατοποθέτητος
—
δαφνοστεφανώνω
—
σπερματογονία
—
αγωγιάτικα
—
βάλανος
—
αγιοβασίλης
—
ψαρός
—
ηλιαστός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω