🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλειμματιάρικος
αλειμματιάρικ|ος
приготовленный на сале
(о пище)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
приготовленный на сале
? —
αλειμματιάρικος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλειμματιάρικος
? — приготовленный на сале
#
(ново)греческий словарь
—
διαθήκη
—
αρέσκομαι
—
αναθαυμάζω
—
στολίδωση
—
χιαστός
—
ξανθοτρίχα
—
δευτεραγωνίστρια
—
ακουλλούριαστος
—
καρεκλοκένταυρος
—
ταξιφυλλία
—
έλεος
—
μεσσίας
—
ακριτομυθία
—
αιθέριος
—
χερουλάτης
—
λυπούμαι
—
σαιξπηρικός
—
φυλετικός
—
νεφροειδής
—
σκουλάτος
—
ξυλογλυφίο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω