🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανέφελος
ανέφελ|ος
прям., перен.
безоблачный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
безоблачный
? —
ανέφελος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανέφελος
? — безоблачный
#
(ново)греческий словарь
—
ξιδερός
—
θρεπτικός
—
ουρλιαχτό
—
κορυβοντιασμός
—
νουνεχής
—
υπνιάρα
—
ηλεκτροδιάγνωση
—
αρχιμηνιά
—
ροχθώ
—
απότοκο
—
ενθουσιώδης
—
μοναρχικός
—
παιδολογικός
—
νερομπούκαλο
—
μπατικά
—
μπαφιάζω
—
τσαρουχάδικο
—
αρμενοβέλονο
—
καναδέζικος
—
ουροφόρος
—
ξεροκοκκινίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω