🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καματάρισσα
καματάρισσα
η
работяга, труженница
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
работяга
? —
καματάρισσα
как на
(ново)греческом
будет слово
труженница
? —
καματάρισσα
как с
(ново)греческого
переводится слово
καματάρισσα
? — работяга, труженница
#
(ново)греческий словарь
—
ακράδαντα
—
εκκολαπτικός
—
ανήλιαστος
—
τριηραρχώ
—
καλαρχινω
—
χρειώδης
—
χλωροφύλλη
—
γαριδοσαλάτα
—
μεγαλοποιώ
—
νεοβιταλισμός
—
έκθαμβος
—
φτωχόπαιδο
—
ξενυχιάζω
—
σχεδιαστήριο
—
θεωρητής
—
δηλῶ
—
κυματοειδής
—
αχρωμία
—
φθογγόσημο
—
χρησιμότητα
—
προσκόλληση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω