🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σκάντζα
σκάντζα
η мор.
смена
;
~ βάρδια — смена вахты, караула
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
смена
? —
σκάντζα
как с
(ново)греческого
переводится слово
σκάντζα
? — смена
#
(ново)греческий словарь
—
τιττυβίζω
—
ποιμενικός
—
επικουρίζω
—
κωλοσούρτης
—
μαυροβουσκιά
—
καφέα
—
δρομομέτρηση
—
εκλεπίζω
—
ξυλοφάγος
—
σείσμα
—
απερίφραστος
—
αρχέγονος
—
άγκουρα
—
κατασκοπεία
—
λαξευτός
—
μπόλ
—
εύροια
—
φλογίζομαι
—
αναισθήτιση
—
ξαναδημιουργώ
—
εξεργασία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω