🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονογραφία
μονογραφία
η
монография
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
монография
? —
μονογραφία
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονογραφία
? — монография
#
(ново)греческий словарь
—
γαλούχημα
—
εξυψώνω
—
λιμάρισμα
—
ακατάκτητος
—
βδελύσσομαι
—
ταυρομαχώ
—
θηλαστικό
—
δικηγορικά
—
ακοομέτρης
—
μεγαλοποιούμαι
—
ύφαλα
—
βολτάμετρο
—
συντάσσοντας
—
ωραιότατος
—
σκονίζομαι
—
ανθρωποφαγία
—
ζωγραφω
—
ψυχοσώστης
—
μαγνητισμός
—
καλακούω
—
ατομοκρατία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω