🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κεντρόφυγος
κεντρόφυγ|ος
центробежный
;
~ δύναμις — центробежная сила
;
~γες τάσεις — центробежные тенденции
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
центробежный
? —
κεντρόφυγος
как с
(ново)греческого
переводится слово
κεντρόφυγος
? — центробежный
#
(ново)греческий словарь
—
μονοπωλιστής
—
επιπλωμένος
—
δαλία
—
θυμωτσιάρης
—
απορρουφώ
—
λαθραλιεία
—
απιστομάω
—
κωλυσιεργεία
—
Αφγανή
—
δικαιόγραφο
—
μακρο-
—
μουσειολογία
—
καθέδρα
—
τενόντιος
—
επιδημικός
—
σένια
—
ταραχώδης
—
ερευνητικός
—
καταβοσανίζω
—
γλωσσάδικο
—
φουμάδα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω