🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μεταδίδομαι
μεταδίδομαι
передаваться
;
~ομαι από γενεά σέ γενεά — передаваться из поколения в поколение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
передаваться
? —
μεταδίδομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
μεταδίδομαι
? — передаваться
#
(ново)греческий словарь
—
υψηλοφρονώ
—
βουλιθιά
—
άσωτος
—
αδοκίμαστος
—
πιστικός
—
κουβέρτα
—
χαραξιά
—
Βιρμανός
—
αρχαιομανία
—
φασματόμετρο
—
κλώτσος
—
επηρεασμός
—
στηλιτευτικός
—
σφυροβολία
—
αντιπέρας
—
αδιάπαοστος
—
φυλογονία
—
κτηνωδία
—
βασκανθήρα
—
αναχορηγητής
—
κλειστοφοβικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω