🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
προσωπείο
προσωπείο
το
маска, личина
;
υπό τό ~ ... — под маской...
;
αφαιρώ τό ~ από κάποιον — сорвать личину с кого-л.
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
маска
? —
προσωπείο
как на
(ново)греческом
будет слово
личина
? —
προσωπείο
как с
(ново)греческого
переводится слово
προσωπείο
? — маска, личина
#
(ново)греческий словарь
—
ανάρια
—
απεικαστό
—
άμαχη
—
τρακαδόρος
—
δέντρινος
—
ονομαστί
—
ίσια
—
θρυμματίζομαι
—
πετρελαϊκός
—
ευμετάβλητο
—
πνευμονολογικός
—
πηρομελής
—
εξαγγελία
—
κλαγγή
—
παρεκτρέπω
—
απατίτης
—
εξαερωτικός
—
ηλιοβασίλεμα
—
μουτζώνω
—
φωλεύω
—
ανεξευμένιστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω