🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δωδέκατος
δωδέκατ|ος
двенадцатый
;
~άτη ώρα — а) полдень, полночь; б) последний момент
;
επερίμεναν νά έλθουν τήν ~άτην ώραν — [phrase]их ждали до последнего момента[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
двенадцатый
? —
δωδέκατος
как с
(ново)греческого
переводится слово
δωδέκατος
? — двенадцатый
#
(ново)греческий словарь
—
εξατμίζομαι
—
τεκταινόμενα
—
ενυδάτωση
—
Κεραμεικός
—
πραγματογνώμονας
—
δρεπανηφόρος
—
νέκρα
—
πραιτωριανοί
—
έκπληκτος
—
εκνευρίζομαι
—
καλοπερνώ
—
ακάρφωτος
—
ζωηρόχρωμος
—
περισπωμένη
—
μαγειρικός
—
στέφανο
—
θησαυρός
—
θερμομονωτικός
—
ψυχοπλακωτικός
—
Κύπρις
—
ονοματίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω