🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
παγκάρι
παγκάρι
το
ящик
(прилавок в церкви, где продают свечи и пр.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ящик
? —
παγκάρι
как с
(ново)греческого
переводится слово
παγκάρι
? — ящик
#
(ново)греческий словарь
—
βρόμα
—
παλληκαρήσιος
—
διανεύω
—
μοσχοπεπονιά
—
λαμβάνω
—
ανοικοδόμηση
—
γαϊτανώνω
—
επιδιορθώτρια
—
χορευταριά
—
όροφος
—
χοδαϊστής
—
στεατοκήλη
—
λεμφατισμός
—
ψεύτρα
—
κοσμικός
—
κοίλιασμα
—
ανεπικούρητος
—
πικροφερνω
—
περιβάλλον
—
κυβερνήτης
—
τσόφλι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω