🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γραμματοδιδάσκαλος
γραμματοδιδάσκαλ|ος
ο 1)
учитель-практик
(без педагогического образования);
2)
недоучка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
учитель-практик
? —
γραμματοδιδάσκαλος
как на
(ново)греческом
будет слово
недоучка
? —
γραμματοδιδάσκαλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
γραμματοδιδάσκαλος
? — учитель-практик, недоучка
#
(ново)греческий словарь
—
προσβατός
—
αχαλίνωτος
—
σκιρρωνοβορρας
—
ζωηρόχρωμος
—
συνταξιοδοτούμαι
—
σκύλα
—
ώνια
—
ψηλοτάκουνος
—
συκοφαντία
—
προσποιητός
—
χειροθεσία
—
εκπορεύομαι
—
αμαξιά
—
μουντζουριά
—
βερβερίζω
—
βραδύφλεκτος
—
καλοφκιασμένος
—
ηγουμενεύω
—
καραμπινάτα
—
κατοστίζω
—
ροζακί
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω