🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σιγοβρέχει
σιγοβρέχει
накрапывает дождь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
накрапывает дождь
? —
σιγοβρέχει
как с
(ново)греческого
переводится слово
σιγοβρέχει
? — накрапывает дождь
#
(ново)греческий словарь
—
ψαρεύομαι
—
παπυρολογία
—
διδακτορικός
—
λειτουργιέμαι
—
κνήμη
—
φρόνιμος
—
αδιάπλαστος
—
κοσμοχάλαση
—
χτυποκάρδισμα
—
εκνιτρωτικός
—
φωτοφασματικός
—
αραποσίτικος
—
στλεγγίδα
—
ατονώ
—
καρδιά
—
μνηστευμένος
—
συναρτώ
—
ονειρικός
—
βύσσινόχρους
—
αλυσιδώνω
—
απόκουφος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω