🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τσιμεντάρω
τσιμεντάρω
(άоρ. τσιμεντάρισα)
цементировать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
цементировать
? —
τσιμεντάρω
как с
(ново)греческого
переводится слово
τσιμεντάρω
? — цементировать
#
(ново)греческий словарь
—
σύχλιος
—
ψευτοπαλληκαράς
—
καθρεφτάδικο
—
μπαγκιέρης
—
προσφυγιά
—
νοικοκυροσύνη
—
αυγουλάτο
—
άφυσος
—
αμασκάλη
—
πρωτουργός
—
ανατροφέας
—
αρχιερατεία
—
μουγκαλίζομαι
—
παγοπληξία
—
πευκόδασος
—
πίθηκος
—
άκαπνος
—
επίπαση
—
θωρακωτός
—
ώση
—
εντός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω