🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επιμελητηριακός
επιμελητηριακός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
επιμελητηριακός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
σκληρά
—
προσεδαφίζομαι
—
μεσόστεος
—
αναθυμίαμα
—
καβαλώ
—
αυτοκριτικάρομαι
—
άπαν
—
σεισμοπαθής
—
κουμπουριάζω
—
καταρροή
—
κολπώδης
—
αρμένικα
—
λόρδος
—
ατίμητος
—
εννέα
—
μυογράφος
—
μεταστρατοπέδευση
—
ανέκφραστος
—
σύλον
—
δεισιδαίμων
—
κρεμμυδόσουπα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω