🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καρκινώδης
καρκινώδης
раковый
;
~ όγκος — раковая опухоль
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
раковый
? —
καρκινώδης
как с
(ново)греческого
переводится слово
καρκινώδης
? — раковый
#
(ново)греческий словарь
—
ζαρουκλα
—
λουτρικό
—
εμπύρευμα
—
πυράδα
—
κοιλιάρης
—
ασουβάτιστος
—
συγκυρία
—
πνευματικός
—
αυτοεξευτελισμός
—
αφυπνίζομαι
—
θαλασσοδέρνομαι
—
αντιβουίζω
—
διαμάχομαι
—
δολοπλοκία
—
αδιακήρυχτος
—
παρωκεάνειος
—
αρμακάς
—
συνεχόμενος
—
καταχτήτρια
—
φημίζομαι
—
ερκόνη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω