🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αποκληρώνω
αποκληρώνω
лишать наследства
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лишать наследства
? —
αποκληρώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποκληρώνω
? — лишать наследства
#
(ново)греческий словарь
—
σύρτις
—
δεκαετής
—
εκφεύγω
—
αποδεκάτισμα
—
αλεξία
—
θαλασσοπνίγομαι
—
ανιχνεύω
—
μσμουριασμένος
—
αμμουδερός
—
αζιμούθιον
—
ερανίζομαι
—
αλληλεγγύη
—
ομότυπος
—
ευθυμογραφικός
—
πλουτοκρατία
—
αρνοκοπή
—
βατίς
—
οπερεττικός
—
αστικός
—
γριπαρόλι
—
ασυνείδητο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω