🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σκεπαστή
σκεπαστή
η
навес для лодок
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
навес для лодок
? —
σκεπαστή
как с
(ново)греческого
переводится слово
σκεπαστή
? — навес для лодок
#
(ново)греческий словарь
—
οδοντογιατρός
—
ά-ά!
—
ανάτυπο
—
στεφανώνομαι
—
κολχόζνικος
—
πρωτοσύγκελλος
—
σκουφέτο
—
αφάγωτος
—
κ
—
αυτοψία
—
δέλλος
—
δεκαπενταετία
—
γυναικοπρεπής
—
διαυλάκωση
—
υαλοκρύσταλλος
—
ψαλιδιά
—
ακαρτέρητος
—
καλλιεργητικά
—
χαζομπαμπάς
—
σωσίβιος
—
συλλυπούμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω