🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βρωμιούχος
βρωμιούχ|ος
содержащий бром; бромистый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
содержащий бром
? —
βρωμιούχος
как на
(ново)греческом
будет слово
бромистый
? —
βρωμιούχος
как с
(ново)греческого
переводится слово
βρωμιούχος
? — содержащий бром, бромистый
#
(ново)греческий словарь
—
συνοριοφύλακας
—
οφιόδηκτος
—
αλαργωπός
—
προγυμνάσιο
—
προεξαποστέλλω
—
απομιμούμαι
—
δένδρωση
—
υπνηλία
—
τραγοπώγωνας
—
κβάντουμ
—
αεροπορικός
—
μυρμηκία
—
μασητικός
—
κονσερβοποιός
—
αδρανής
—
ζενγαρωτά
—
ραντεβού
—
ψυχολάτρισσα
—
οσφρητικότης
—
εξεργασία
—
κηρύχνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω